Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα!

Με το «εγερτήριο»  σάλπισμα του ΕΑΜίτη ποιητή Αγγελου Σικελιανού πάνω από τη σορό του, ο ελληνικός λαός αποχαιρέτησε, στις 28 Φεβρουαρίου του 1943 τον πρωτοπόρο ποιητή του  Κωστή Παλαμά, ψάλλοντας σύσσωμοι μπροστά στους κατακτητές τον Εθνικό Υμνο. Ήταν ο επικήδειος, που συμπύκνωσε μέσα σε λίγους στίχους τη φωνή ολόκληρης της Ελλάδας. Γιατί, πράγματι, σ' εκείνο το φέρετρο ακουμπούσε η Ελλάδα. 
  




Ηχήστε οι σάλπιγγες... Καμπάνες βροντερές,
δονήστε σύγκορμη τη χώρα πέρα ως πέρα...
Βογκήστε τύμπανα πολέμου... Οι φοβερές
σημαίες, ξεδιπλωθείτε στον αέρα !
Μα εσύ Λαέ, που τη φτωχή σου τη μιλιά,
Ηρωας την πήρε και την ύψωσε ως τ' αστέρια,
μεράσου τώρα τη θεϊκή φεγγοβολιά
της τέλειας δόξας του, ανασήκωσ' τον στα χέρια
γιγάντιο φλάμπουρο κι απάνω από μας
που τον υμνούμε με καρδιά αναμμένη,
πες μ' ένα μόνο ανασασμόν: "Ο Παλαμάς !",
ν' αντιβογκήσει τ' όνομά του η οικουμένη !
Σ' αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα ! Ενας λαός,
σηκώνοντας τα μάτια του τη βλέπει...
κι ακέριος φλέγεται ως με τ' άδυτο ο Ναός,
κι από ψηλά νεφέλη Δόξας τονε σκέπει.
                                         

Ο λαός αποτρέπει την πολιτική επιστράτευση

Με την είσοδο του 1943, οι Ελληνες, εκτός από την πείνα και την καταπίεση, αντιμετώπιζαν και τον κίνδυνο της πολιτικής επιστράτευσης, παρά τις διαψεύσεις από τις γερμανικές αρχές κατοχής. Στις 23 Φεβρουαρίου δημοσιεύεται στην εφημερίδα «Γερμανικά Νέα» η διαταγή του στρατηγού Σπάιντελ για την πολιτική επιστράτευση των Ελλήνων. Οι κατοχικές δυνάμεις σκόπευαν να στείλουν κόσμο στη Γερμανία και ανά τη Μεσόγειο για να δουλέψει σε καταναγκαστικά έργα. Το ίδιο βράδυ ο κατοχικός πρωθυπουργός Κωνσταντίνος Λογοθετόπουλος και ο υπουργός Εργασίας Νικόλαος Καλύβας έσπευσαν να δημοσιεύσουν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως σχετικό διάταγμα, με τίτλο «Περί υποχρεωτικής εργασίας του αστικού πληθυσμού της Ελλάδος».

Η αντίδραση των δοκιμαζόμενων Ελλήνων υπήρξε ακαριαία. Την επόμενη μέρα (24 Φεβρουαρίου) χιλιάδες άνθρωποι ξεχύνονται στους δρόμους της Αθήνας για να βροντοφωνάξουν «Κάτω η επιστράτευση» και να ψάλλουν τον Εθνικό Υμνο. Μία ομάδα διασπά τον αστυνομικό κλοιό και καταστρέφει το γραφείο του κατοχικού πρωθυπουργού στη Βουλή. Μια άλλη, αφού υπερφαλαγγίζει τους Ιταλούς καραμπινιέρους, πυρπολεί το υπουργείο Εργασίας, όπου είχε γίνει ο προπαρασκευαστικός σχεδιασμός για την επιστράτευση. Κατά τις συγκρούσεις, τρεις διαδηλωτές σκοτώνονται και τριάντα τραυματίζονται σοβαρά.

Τις επόμενες μέρες, το αυθόρμητο δίνει τη θέση του στο οργανωμένο.Τηλεφωνητές, δημόσιοι υπάλληλοι και μαθητές κατεβαίνουν στους δρόμους. Ενώ, η κηδεία του εθνικού ποιητή Κωστή Παλαμά μετατρέπεται σε αντικατοχική διαδήλωση. Με το θάνατό του ένωσε το λαό, τον εμψύχωσε, κι με κείνη την αυθόρμητη διαδήλωση ουσιαστικά προσκυνούσαν το μεγαλείο της ψυχής και της πέννας του.

Άγγελος  Σικελιανός Σε αυτό το φέρετρο ακουμπά η Ελλάδα
Ο Νίκος Καραντηνός θυμάται:

«Πέθανε ο Παλαμάς... Είχα πάει σπίτι του στην Πλάκα για να κάνω ρεπορτάζ.  Λίγο καιρό πριν από τον πόλεμο είχε εγκαταλείψει το σπίτι της οδού Ασκληπιού, όπου έζησε από το 1884 και έμενε πια στην Πλάκα, στην οδό Περιάνδρου, σ' ένα παλιό αθηναϊκό σπίτι, όπου και θα τέλειωνε τη ζωή του. Ηταν εκεί η κόρη του η Ναυσικά, που μέσα στη συγκίνηση 
έδωσε στους δημοσιογράφους τις στερνές ώρες του ποιητή, ο οποίος από καιρό πια βρισκόταν κατάκοιτος κι εξαντλημένος. Μια βαριάς μορφής γρίπη θα έφερνε το τέλος τα χαράματα του Σαββάτου 27 Φλεβάρη του 1943.

Η είδηση για το θάνατο του Κ. Παλαμά δημοσιεύτηκε στις κατοχικές απογευματινές εφημερίδες μαζί με βιογραφικά και άλλα στοιχεία για το έργο του ποιητή. Ανάμεσα στ' άλλα έγραφαν και τα εξής: «Η κηδεία θα γίνει αύριο εις τας 11 το πρωί από τον ναόν του Α` Νεκροταφείου...». Περισσότερο ενδιαφέρουσα είναι η υπόδειξη, που ακολουθεί: «...Διατυπούται η παράκληση να μην εκφωνηθούν λόγοι...».

Συγκλονιστική η κηδεία του ποιητή το πρωινό της Κυριακής. Η κυβέρνηση των κουίσλινγκ και οι χιτλεροφασίστες κατακτητές πίστεψαν πως τους δινόταν η ευκαιρία να δημοκοπήσουν, κάνοντας με δημόσια έξοδα την κηδεία και με την παρουσία τους στο νεκροταφείο. Αλλά βγήκαν γελασμένοι. Αλλο σχεδίαζαν κι άλλο τους βγήκε. Η κηδεία γινόταν εγερτήριο αγώνα. Στο φέρετρο του ποιητή εκείνη την ώρα ακουμπούσε όλη η Ελλάδα. Κι ο παιάνας που βροντερά αντήχησε από το στόμα του Σικελιανού τρικύμισε απ' άκρη σ' άκρη όλη τη χώρα. Χιλιάδες λαού. Και πριν απ' όλα, νιάτα, φοιτητές, μαθητές, εργάτες, που κράτησαν το φέρετρο και με τα λουλούδια τους συνόδεψαν τον ποιητή στον τάφο.

ΕΚΕΙΝΟ κιόλας το βράδυ, οι αδούλωτες γειτονιές της Αθήνας και του Πειραιά μάθαιναν από τα χωνιά, αλλά και με προκηρύξεις όλα όσα είχαν γίνει εκείνο το πρωινό στο Νεκροταφείο. Κυκλοφόρησαν, μάλιστα, ταχύτατα χειρόγραφα και δακτυλογραφημένα και τα δυο κείμενα, ο παιάνας του Σικελιανού, καθώς και του Σκίππη το ποίημα.»

 Ρομαντικός επαναστάτης

Μεγαλόπνοο και προφητικό πνεύμα ο Παλαμάς, στις 5 Αυγούστου του 1899, πρόταξε στο «Δωδεκάλογο του Γύφτου» την εξής αφιέρωση:

«Γνωστοί κι αγνώριστοι, τωρινοί και αυριανοί, όσοι και όποιοι, που κάπως θα προσέχετε το στίχο μου και κάτι θα ξανοίγετε μέσα του, το ποίημα τούτο, το πρώτο ίσως που κοίταξα ν' αλαφροδέσω μαζί επικά και λυρικά και δραματικά, και παίρνοντας απ' όλα τα στοιχεία του ποιητικού λόγου κι από της ιστορίας τα παραδομένα κι από του φιλοσόφου τη σκέψη, κι από τη ζωή κι από τ' όνειρο, - κάποια οράματα του νου και κάποια καρδιοχτύπια, τ' αφιερώνω».

Δε δήλωσε ποτέ μαρξιστής και σοσιαλιστής ο Παλαμάς. Τα παιδικά, εφηβικά και φοιτητικά του χρόνια ήταν μια εποχή τραγική που όμως κυοφορούσε το καινούριο, τη δίψα των μαζών για γνώση και ανάπτυξη της επιστήμης.

«Ο κόσμος αυτός που έρχεται, φέρνει μέσα του τις παλινωδίες του, τα μεγάλα νεκρά αποθέματα μιας ένδοξης ιστορίας, την αντιφατική ψυχολογία και τον εσωτερικό διχασμό του», έγραφε ο Μ. Αυγέρης. Φύση ποιητική, ανήσυχη, στοχαστική, ανοιχτή στα μηνύματα και στις ιδέες του καιρού του, ο Παλαμάς εξέφρασε τη δική του σχέση με τον καιρό του και με τούτο το στίχο:«Τέχνη και τ' όνειρο κ' η ζωή και η ποίηση και η πράξη».

Μη μαρξιστής αλλά πραγματιστής και διαλεκτικός ο Παλαμάς έβλεπε «τον ιστορικό υλισμό, το δόγμα του Μαρξ, να κρατεί κ' ενεργεί μέσα στον πολυσύνθετο χορό των ιδεών». Εξάλλου, θεωρούσε ότι «ο ιστορικός υλισμός έχει, αναμφίβολα, κι αυτός την αλήθεια του (...) δεν πρέπει να μας τρομάζει σα να είτανε σκιάχτρο. (...) Αν, καλά κακά, ξαναβγήκε η ελληνική πολιτεία, και με όλα της τα ελαττώματα, στον ήλιο και στη ζωή, και με μόνο το κίνητρο των οικονομικών προβλημάτων, ευλογημένος ο ιστορικός υλισμός».

Ο Παλαμάς σχετικά με τα πιστεύω του δήλωνε «επαναστάτης, αλλά όχι σοσιαλιστής» και πιο συγκεκριμένα έγραφε «εφτά χρονών ασυμπλήρωτων ανθρωπάκος» (σ.σ. τότε που ορφάνεψε) «έλαβα την υψηλή τιμήνα διαλαλήσω προς το γένος μου το κήρυγμα του πιο περίεργου προμαρξικού σοσιαλισμού, μαγειρεμένο με χορταρικά και με κανελλογαρύφαλα ρωμαντικής κοινωνιστικής φιλοσοφίας(...)».

Ο ρομαντικός, ιδιότυπος σοσιαλισμός του Παλαμά, η οργή του για τα πάθη του λαού, έβαλε τον «Δουλευτή» του να λέει: «Χέρι μου, το σίδερο παράτα/ πάψ' εσύ, σφυρί τον πόλεμο,/ που πολέμαες με τ' αμόνι,/ είμαι ο δουλευτής χαλκιάς/ που άλλα θέλησε και που άλλα /κατορθώνει./ Είμαι ο πλάστης ο χαλκιάς/που δεν πλάθει το σφυρί μου/ άλλο απ' τα πανώρια τ' ανωφέλευτα/ και μια τέχνη πρωτοταίριαστη κι αταίριαστη/ η δική μου./ Και είμαι ο σφυροκόπος που ξαφνίζει/ και τρομάζει και μακραίνει,/ όπου μαλακώτατη η δουλειά/ θα 'βγαινε απ' τον άλλο τεχνίτη,/ της φυσά η πνοή μου της δουλειάς/ κάτι βάρβαρο και αδούλευτο,/ πιο τραχύ απ' το γρανίτη./ Κι όπου ο άνθρωπος προσμένει/ να το πιάση με τα χέρια του απ' τα χέρια μου/ πλάσμα ασάλευτο και στέρεο και σκληρό,/ άθελα του φέρνω με τα χέρια μου/ μια ψυχούλα, μιαν αχτίδα, έναν αφρό».

Ο Παλαμάς από την ίδια την «πάλη» του με την τέχνη κι από τη διαλεκτική της κοινωνικής πραγματικότητας έμαθε ότι «ο κόσμος ο βαθύς/ γεννιέται πάντα από 'να πάλαιμα». Και σαν «Ο Προφήτης που κοιτάζει/ με τα μάτια του Οραμάτου/ κι ο Προφήτης που κηρύττει/ με του Αύριο το στόμα», προφήτευε πως «θα 'ρθει η μέρα»- και ήρθε και νομοτελειακά θα ξανάρθει- της «νέας γέννας»:

«Οσο να σε λυπηθή/ της αγάπης ο θεός,/ και να ξημερώσει μιαν αυγή,/ και να σε καλέση ο λυτρωμός,/ ω Ψυχή παραδαρμένη από το κρίμα!/ Και θ' ακούσης τη φωνή του λυτρωτή,/ θα γδυθείς της αμαρτίας το ντύμα,/ και ξανά κυβερνημένη κι αλαφρή/ θα σαλέψης σαν τη χλόη, σαν το πουλί,/ σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύμα,/ και μην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί/ να κατρακυλίσης πιο βαθιά/ στου Κακού τη σκάλα,-/ για τ' ανέβασμα ξανά που σε καλεί/ θα αιστανθής να σου φυτρώσουν, ω χαρά!/ τα φτερά,/ τα φτερά τα πρωτινά σου τα μεγάλα!».

Επίκαιρος σήμερα

Οπως τον 19ο αιώνα, οι ιμπεριαλιστικές «Μεγάλες Δυνάμεις» εμπόδισαν και σακάτεψαν τα οράματα της Επανάστασης του '21 και με την παρουσία τους σ' όλη τη Βαλκανική «γέννησαν», στα τέλη του 19ου, νέα και μακροχρόνια δεινά για τον ελληνικό και τους άλλους βαλκανικούς λαούς, τέτοια «γέννησαν» και στα τέλη του 20ού οι νεοταξικές «Μεγάλες Δυνάμεις». Και καθώς τα νέα δεινά σπέρνουν και πυρηνικό όλεθρο, αυτός θα είναι ένας ακόμη, ιστορικής ανάγκης, λόγος που η παλαμική ποίηση και το μεγαλύτερο αριστούργημά της, ο «Δωδεκάλογος του Γύφτου» θα ξανασαλπίσει για το λαό μας. Θα ξαναπεί, όπως προλογικά λέει ο ποιητής, «τη συγκίνηση του ανθρώπου (...) μπροστά σε κάποια προβλήματα της ζωής, την υποταγή του ή την εναντίωσή» και θα βροντοφωνάξει: «Ξένος έμεινα κι ασκλάβωτος/ από σέβας, δέηση, τάμα./ Είμ' εγώ των άθεων ο προφήτης/ κι η ζωή μου είναι το θάμα».

Αυτός ο πνευματικός «γίγαντας» - ποιητής, πεζογράφος, κριτικός και πρωτοπόρος μαχητής του Δημοτικισμού - θα μείνει αθάνατος. Και καθώς ο λαός, περιφρονημένος, ξεγελασμένος, «αλυσωδεμένος», μοχθεί ξανά και η ανεργία, η φτώχεια και η εκμετάλλευση κατακλύζουν τη ζωή του, το παλαμικό έργο ξαναλάμπει, ξαναγίνεται επίκαιρο. Ξαναλάμπει σαν «φάρος» για μια νέα «αφύπνιση» του δουλευτή λαού ενάντια στους εκμεταλλευτές του, ενάντια στους πατριδοκάπηλους, πολεμοκάπηλους, ντόπιους και ξένους δυνάστες για νέα αναγεννητική πορεία του τόπου.

«Εμείς δε γονατίσαμε σκυφτοί τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού σαν τα σκουλήκια που πατεί μας/ μα για ν' αντισταθή με το σπαθί, βρέθηκε σαν πολύ στοχαστική και σαν πολύ ονειρόπλεχτη η ψυχή μας.»

(Κείμενο βασισμένο σε παλιά δημοσιεύματα του Ριζοσπάστη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου